Translate

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Να κοιτάς την πυξίδα



Άλλοι μένουν πολύ, άλλοι μένουν λίγο κι άλλοι δεν προλαβαίνουν να φτάσουν κι αναχωρούν πάλι. Για πού; Δεν έχω απάντηση κι ούτε θα βρω ποτέ. Ίσως δεν έχει και καμιά σημασία. Μπορεί και να ΄χει. Δεν ξέρω. Ο καθένας φτιάχνει τη δική του ψευδαίσθηση και πορεύεται με τα δικά του ερωτηματικά και τις δικές του απαντήσεις. Φορτώνεται κι ένα σακί στην πλάτη, χώνει μέσα όλα τα πρέπει, τα στριμώχνει μαζί με τα θέλω και παλεύει να φτάσει στον προορισμό. Από το σημείο εκκίνησης ξεκινάς με το φόβο και με το φόβο προχωράς και με το φόβο τερματίζεις.
Θέλω να πω πως όλοι φοβισμένα ανθρωπάκια είμαστε. Έχουμε μόνο δυνατές στιγμές, γενναίες στιγμές. Λεπτά που η αναμέτρηση με τον εαυτό μας δίνει την εκκίνηση για το παιχνίδι. Και στο χέρι μια πυξίδα διακοσμητική, να την κρατάμε και να νομίζουμε ότι πάμε σωστά, πως προχωράμε ίσια και θα βρούμε το θησαυρό. Και δεν αγάπησα ποτέ τις ευθείες…
Δε με τρομάζουν οι φοβισμένοι άνθρωποι. Μονάχα οι θυμωμένοι. Γιατί ο θυμός σου κλείνει την πόρτα, σε εγκλωβίζει στο αύριο που θα ρθει και γρήγορα θα γίνει χθες και δε θα προλάβεις να πεις αυτά που θέλεις, να κάνεις αυτά που σκέφτηκες κάποτε και θα μετανιώσεις που θύμωσες κι έχασες χρόνο, κι έφτασες στο τέρμα κι ακόμα θυμωμένος είσαι. Πολύ θυμωμένος με εκείνον, με τον άλλο, με τις ευθείες, με τους κύκλους, με το μέσα σου, με το φόβο σου, με την εικόνα του, με την προσδοκία σου, με την ελπίδα σου, με την υπόσχεση, με τη ζωή που είναι σύντομη, με τους συνταξιδιώτες που δε διευκόλυναν το ταξίδι, -λες και σου χρωστούσαν- ,με το φόβο σου, με το δικό του, με το φόβο των άλλων.
Με τρομάζω όταν θυμώνω. Και θυμώνω όταν φοβάμαι. Κάθε φορά που δε λέω αυτό που με πειράζει, κι εκείνο που με κάνει χαρούμενο άνθρωπο. Γιατί φοβάμαι μήπως δεν προλάβω να τακτοποιήσω τις εκκρεμότητες μου και δε σου πω ότι ήσουν κάτι πολύ σημαντικό, γιατί μου άνοιξες ένα παράθυρο και μπήκε φως και αργότερα μετανιώσω που δεν κράτησα όλα τα καλά μα θυμήθηκα μόνο τα άσχημα και έφτασα στο τέρμα και δεν κοίταξα ούτε μια φορά την πυξίδα μου κι έχασα το δρόμο και περιπλανήθηκα άσκοπα και ανώφελα κι έχασα στιγμές και ηλιόλουστες μέρες και την καλοσύνη και την ευγένεια που πάντοτε αγαπούσα και μείνω πικραμένη μέχρι το τέλος και θυμωμένη με τον εαυτό μου που δεν πρόλαβα ή αρνήθηκα να δω την αλήθεια και να κονταροχτυπηθώ με τις αδυναμίες γιατί είμαι άνθρωπος κι έχω κι από αυτές και φτάσω στο τέρμα και πίσω μου η αφετηρία κι ακόμα θυμωμένη να είμαι.
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι μετά. Είμαι σίγουρη όμως ότι δεν έχει σημασία. Το εδώ είναι σπουδαίο αν η καρδιά είναι καθαρή και βλέπει και δε θυμώνει. Κι αν η πυξίδα δείχνει πάντα εκείνο που εμείς ορίσαμε ένα βράδυ που δε φοβηθήκαμε να ζήσουμε..
Δεν ξέρω τι υπάρχει μετά. Ξέρω όμως τι υπάρχει τώρα…

Για τη Μαρίνα που της άρεσε πολύ...